Στάθηκε ακίνητος, το κεφάλι σηκωμένο, και το κοίταξε.Ένοιωθε την ανάσα του κομμένη, αλλά η πάχνη που υψωνόταν απ’ το στόμα του πρόδιδε την αγωνία του...
‘Έλα, λοιπόν!’ Σκέφτηκε, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του. ‘Αφού ξέρεις ότι θέλεις, ότι πρέπει να το κάνεις!...’
Στην κορυφή του ψηλότερου πύργου της πόλης δέσποζε το πολυτιμότερο αντικείμενο, το τιμιότερο κειμήλιο της: Το Χρονολόγιον.
Οι μεγάλοι του δείκτες έτρεμαν σα γέρικα χέρια πάνω στο ξεθωριασμένο πλαίσιό του. Έστεκε εκεί για αιώνες, να ορίζει και να κρατάει σε αρμονία τη ζωή της πόλης...
Και ο Αέο ήταν αποφασισμένος να το καταστρέψει.
Μήνες ολόκληροι προετοιμασίας και σχεδιασμού ήταν πολύ δύσκολο να τα οργανώσει όλα μόνος του!...
Όμως ποιός να τον βοηθήσει; Ποιός να τον καταλάβει σε μια τέτοια βλασφημία;
Ούτε, ίσως, η Έεα, η γυναίκα της ζωής του.
Το ερωτευμένο μυαλό του πλανήθηκε στο εβένινο κορμί της, το γεμάτο χαμόγελό της, τα μάτια της που φωσφόριζαν ακόμα και τη μέρα!...
Ζόρισε τον εαυτό του να συγκεντρωθεί. Η αποστολή του ήταν πολύ σημαντική για να είναι αφηρημένος έστω και λίγο, πόσο μάλλον να ονειροπολεί!...
Ψαχούλεψε τις τσέπες του σ’ έναν τελευταίο έλεγχο ότι είχε όλα του τα εξαρτήματα μαζί. Ο εξοπλισμός δεν ήταν εξεζητημένος, ούτε ογκώδης. Το Χρονολόγιον ήταν πολύ παλιό –αυτό ήταν το πρόβλημα, ο λόγος κι ο τρόπος της καταστροφής του– όμως έπρεπε να περάσει απαρατήρητος.
Αν τον συλλαμβάνανε δε θα πέθαινε μόνο ο ίδιος, αλλά και ο σκοπός του!...
Ένα ίσιωμα του παλτού που έφερε το έμβλημα, μια βαθιά ανάσα να δείχνει ήρεμος και ξεκίνησε...
Η φρουρά του πύργου δεν ήταν μεγάλη, ούτε ισχυρή... ίσα-ίσα να υπάρχει η σιγουριά πως όλα είναι εντάξει... Έτσι κι αλλιώς, ποιός θα μπορούσε να διανοηθεί να βλάψει το Χρονολόγιον; Καλύτερα να τους κοβόταν ο αέρας!
«Καλησπέρα, Αδερφέ!» Χαιρέτησε το φρουρό με πειστικό χαμόγελο.
«Καλησπέρα, Αδερφέ.» Απάντησε εκείνος, τυπικά, παγωμένα.
«Υπηρεσία Συντήρησης!» Είπε, ψαχουλεύοντας την εσωτερική τσέπη του παλτού.
Έβγαλε την πλαστή κάρτα και την έδειξε στον καχύποπτο άντρα.
«Λάβαμε ειδοποίηση ότι η θερμοκρασία έπεσε και πρέπει να ρίξω αντιπηκτικό στις σωληνώσεις! Ορίστε και η διαταγή!»
Αυτή ήταν αυθεντική, αλλά δεν ήταν κάτι δύσκολο να την αποκτήσει... για κάποιον τόσο αποφασισμένο όσο ο Αέο, δηλαδή!... Ο μήνας αυτός ήταν αρκετά ψυχρός και η συντήρηση των σωλήνων που έρεε το υγρό του Χρονολογίου ήταν μια τυπική διαδικασία...
Ο φρουρός τον κοίταξε δύσπιστα από πάνω ως κάτω κι έπειτα επέστρεψε τη διαταγή κι έκανε στην άκρη να τον αφήσει να περάσει...
‘Ωραία!’ Σκέφτηκε ο Αέο, ‘Το πρώτο βήμα πέτυχε!’
Μόλις μπήκε στον πύργο, η καρδιά του σφίχτηκε, ακόμα κι αν τα ρέοντα υγρά του μηχανισμού έκαναν την ατμόσφαιρα σχεδόν αποπνικτική. Ήταν στο κέντρο της πόλης, στο σώμα του εχθρού.
Εδώ και τριακόσια χρόνια ο μηχανισμός αυτός, φτιαγμένος από τον Άγιο Ώοα, όριζε τις ζωές όλων των κατοίκων. Όμως ο μηχανισμός δεν ήταν τέλειος και η ασταθής συμπεριφορά του τα τελευταία χρόνια είχε σκορπίσει το χάος.
«Εσύ κι εγώ, λοιπόν!...» Ψιθύρισε, κοιτώντας το χώρο γύρω του...
